ΑΠ 603/2015: ΣΕΙΣΜΟΣ. ΚΑΤΑΡΡΕΥΣΗ ΟΙΚΟΔΟΜΗΣ. ΠΑΡΑΓΡΑΦΗ ΑΞΙΩΣΗΣ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗΣ

ΣΕΙΣΜΟΣ. ΚΑΤΑΡΡΕΥΣΗ ΟΙΚΟΔΟΜΗΣ. ΠΑΡΑΓΡΑΦΗ ΑΞΙΩΣΗΣ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗΣ

Αδίκημα που τελείται με παράλειψη (15 ΠΚ). Παραβίαση κανόνων οικοδομικής (286 ΠΚ). Εξάλειψη αξιοποίνου λόγω έμπρακτης μετάνοιας (289 ΠΚ). Ο νόμος υπολαμβάνει πως η αποτροπή του κινδύνου που δημιουργεί το αδίκημα του άρθ. 286 ΠΚ είναι πάντοτε εφικτή, ακόμα και όταν η αποκατάσταση του κτίσματος είναι ανέφικτη. Κατάρρευση πολυκατοικίας από σεισμό. Αν από την κατάρρευση μιας πλημμελώς κατασκευασθείσας οικοδομής επέλθει ο θάνατος ή η σωματική βλάβη προσώπου, ο κατασκευαστής αυτής υπέχει ευθύνη μόνο για ανθρωποκτονία ή σωματική βλάβη αντιστοίχως, η οποία τελείται όχι με θετική πράξη, δηλ. με την εκτέλεση του οικοδομικού έργου κατά παράβαση των κοινώς αναγνωρισμένων τεχνικών κανόνων αλλά με την παράλειψη αποτροπής του κινδύνου που προκλήθηκε από αυτό. Ο χρόνος τέλεσης του αδικήματος είναι το διάστημα που αρχίζει από την παράδοση του κτιρίου που κατασκευάσθηκε κατά παράβαση των κανόνων της οικοδομής και τελειώνει στο χρονικό σημείο που αυτό κατέρρευσε, οπότε αρχίζει και η παραγραφή της σχετικής αξίωσης για αποζημίωση.

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ 603/2015 Α1 Τμ.

Πρόεδρος: Γεώργιος Χρυσικός, Αντιπρόεδρος.

Εισηγητής: Δημήτριος Γεώργας, Αρεοπαγίτης.

Δικηγόροι: Ι. Κωνσταντίνου, Γ. Στεφανάκης, Γ. Αντωνόπουλος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 15 ΠΚ, όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκληση του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος. Τέτοια ιδιαίτερη νομική υποχρέωση έχει και εκείνος που κατά τη διεύθυνση ή την εκτέλεση οικοδομικού ή άλλου ανάλογου έργου παραβίασε με πρόθεση ή από αμέλεια τους κοινώς αναγνωρισμένους κανόνες της οικοδομικής. Εξάλλου, το άρθρο 289 ΠΚ θεσπίζει λόγο εμπράκτου μετανοίας που εξαλείφει το αξιόποινο, ορίζοντας ότι στην περίπτωση του άρθρου 286 ο υπαίτιος απαλλάσσεται από κάθε ποινή, αν με την ελεύθερη θέληση του αποτρέψει τον κίνδυνο ή με τη γρήγορη αναγγελία του προς τις αρχές δώσει αφορμή για την αποτροπή του. Από αυτό παρέπεται ότι ο νόμος υπολαμβάνει πως η αποτροπή του κινδύνου που δημιουργεί το αδίκημα του άρθρου 286 είναι πάντοτε εφικτή, ακόμα και όταν η αποκατάσταση του κτίσματος είναι ανέφικτη. Τούτο δε γιατί η αποτροπή του κινδύνου μπορεί να συντελεσθεί όχι μόνο με τη συμπλήρωση των ελλείψεων και την αποκατάσταση των κακοτεχνιών του οικοδομήματος, αλλά και, όταν αυτή είναι αδύνατη ή ασύμφορη, με την αναγγελία του κινδύνου προς τις αρμόδιες αρχές για τη λήψη των ενδεδειγμένων μέτρων ή, ακόμα, και με την ενημέρωση των ίδιων των χρηστών. Ως εκ τούτου, αφού η παρεμπόδιση του αποτελέσματος στη συγκεκριμένη περίπτωση λογίζεται και είναι πάντοτε δυνατή, το δικαστήριο δεν υποχρεούται να παραθέσει τα μέτρα που ο εναγόμενος όφειλε να επιλέξει προς τούτο, αλλ’ αρκεί η μνεία στην απόφαση των περιστατικών που ιδρύουν την υποχρέωση του εναγομένου σε πράξη και το γεγονός ότι αυτός την παρέλειψε (ΟλΑΠ 11/2005, AΠ 1614/2007).

Στη προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε τα έξης: "Α. Ιστορικό της διαφοράς των διαδίκων: Στις 7.9.1999 και περί ώρα 14.57 από ισχυρό σεισμό μεγέθους 5,9 της κλίμακας "Richter", που σημειώθηκε στην περιοχή νοτιοδυτικά της Πάρνηθας και με επίκεντρο 18 χιλιόμετρα από την Αθήνα, κατέρρευσε καθολικά και απότομα τετραώροφη πολυκατοικία με "Pilotis" κείμενη στο Δήμο ... (επί των οδών ..., ... και … με είσοδο επί της οδού …), με επακόλουθο να καταπλακωθούν και να βρουν τραγικό θάνατο 16 πρόσωπα και να υποστούν σωματικές βλάβες άλλα 12 άτομα, που κατοικούσαν στην εν λόγω πολυκατοικία. Η ως άνω πολυκατοικία είχε ανεγερθεί σε ένα οικόπεδο άρτιο και οικοδομήσιμο στη Θέση "…" στη Μεταμόρφωση Αττικής στο αριθ. … οικοδομικό τετράγωνο, το οποίο έχει συνολική έκταση 1.059,50 τ.μ. και είχαν στην κυριότητα τους, κοινώς και αδιαιρέτως, ο πρώτος εναγόμενος κατά τα 384/1000 εξ αδιαιρέτου, η δεύτερη κατά τα 96/1000 εξ αδιαιρέτου και η τέταρτη κατά τα υπόλοιπα 520/1000 εξ αδιαιρέτου. Το ίδιο οικόπεδο εμφαίνεται με τα κεφαλαία γράμματα Α-Β-Γ-Ζ-Ε-Δ-Α στο από Ιανουαρίου 1979 τοπογραφικό διάγραμμα του έκτου εναγομένου (και είναι προσαρτημένο στο υπ’ αριθ. …/22.2.1980 συμβόλαιο-συνένωσης οικοπέδων του Συμβ/φου Αθηνών Ι.Κ.), στον οποίο (έκτο εναγόμενο) οι τρεις ανωτέρω οικοπεδούχοι και συνιδιοκτήτες, εκτός από την εκπόνηση μελέτης και κατασκευής της, είχαν αναθέσει και την επίβλεψή της. Με βάση τη μελέτη του έκτου εναγομένου εκδόθηκε η υπ’ αριθ. …/1979 άδεια οικοδομής της Διεύθυνσης Πολεοδομίας Ανατολικής Αττικής και ανεγέρθηκε η εν λόγω πολυκατοικία η οποία αποτελούνταν από υπόγειο, πυλωτή, πρώτο, δεύτερο, τρίτο, τέταρτο όροφο και δώμα. 3. Ακολούθως βάσει του από 13.3.1979 ιδιωτικού συμφωνητικού οι πρώτος και τέταρτη των εναγομένων είχαν καταρτίσει με τον πέμπτο εναγόμενο (Γ.Κ.) σύμβαση μίσθωσης έργου αναθέτοντας στον τελευταίο να κατασκευάσει: α) τους ξυλότυπους της ανεγερθησομένης οικοδομής δυνάμει των επίσημων σχεδίων και της μελέτης του έκτου εναγομένου, β) τον εκ μπετόν αρμέ σκελετό της οικοδομής, γ) την κατασκευή, κάτωθι των εξωστών, αρχιτεκτονικής προεξοχής. Προβλεπόταν δε ρητώς στο εν λόγω συμφωνητικό ότι όλες οι οικοδομικές .εργασίες νοούνται πλήρεις, σύμφωνα προς τα σχέδια, με τη διαμόρφωση και τοποθέτηση του σε κάθε περίπτωση –προβλεπομένου από τη μελέτη σιδήρου καθώς και με την επίστρωση του μεταφερομένου με αυτοκίνητο– έτοιμου μπετόν. Από την ίδια υπ’ αριθ. … οικοδομική άδεια προκύπτει ότι ολόκληρο το έργο και συγκεκριμένα οι εργασίες εξ οπλισμένου σκυροδέματος καθώς και η θεμελίωση των εξ οπλισμένου σκυροδέματος κατακόρυφων στοιχείων θα εκτελούνταν υπό την επίβλεψη του έκτου εναγομένου πολιτικού μηχανικού. Στο πλαίσιο αυτό, μετά από την από 3.9.1979 αίτησή τους και αφού οι εργασίες του σκελετού της οικοδομής (μπετόν και οπτοπλινθοδομών) είχαν ολοκληρωθεί, διενεργήθηκε την 13.9.1979 αυτοψία από τους αρμόδιους υπαλλήλους του Πολεοδομικού γραφείου (που είχε εκδώσει την παραπάνω άδεια) και την 12.4.1979 θεωρήθηκε από αυτούς η εκτέλεση των παραπάνω εργασιών και η αποπεράτωση τους, σύμφωνα με τα εγκεκριμένα σχέδια. Όπως προκύπτει από την προαναφερθείσα οικοδομική άδεια, οι εργασίες ανέγερσης της επίμαχης πολυώροφης οικοδομής ολοκληρώθηκαν τον Οκτώβριο 1979, γεγονός το οποίο βεβαιώθηκε κατά την αυτοψία που πραγματοποίησαν την 9.10.1980 οι ανωτέρω υπάλληλοι, όπως προκύπτει από τη σχετική επισημείωσή τους επί της εν λόγω οικοδομικής αδείας. Κατά το χρονικό δε διάστημα που επακολούθησε και ειδικότερα από έτος 1981 μέχρι και το έτος 1987 έλαβε χώρα η μεταβίβαση των αυτοτελών οριζόντιων ιδιοκτησιών της ως άνω πολυκατοικίας εκ μέρους του πρώτου και της τετάρτης των εναγομένων ως πωλητών οικοπεδούχων στους αγοραστές των ιδιοκτησιών αυτών, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι παθόντες ενάγοντες. Ωστόσο, κατά τη διαρρεύσασα παραπάνω χρονική περίοδο δεν επισημάνθηκε ούτε παρατηρήθηκε οποιαδήποτε ένδειξη περί την πλημμελή εκτέλεση των οικοδομικών εργασιών κατά την οικοδόμηση της πιο πάνω πολυκατοικίας, συνεπεία των οποίων ήταν δυνατόν να προκληθεί κίνδυνος κατάρρευσης της. Μόνον την 7.9.1999 εξ αφορμής της ισχυρής σεισμικής δόνησης που σημειώθηκε στην ευρύτερη περιοχή του νομού Αττικής, η επίδικη πολυκατοικία κατέρρευσε επειδή δεν εφαρμόσθηκαν από τους κατασκευαστές οι ισχύοντες, κατά τον χρόνο ανέγερσής της, κανόνες οικοδόμησης με επακόλουθο να προκληθεί οικτρός θάνατος του συνόλου σχεδόν των ενοίκων της εν λόγω πολυκατοικίας, που είχαν βρεθεί εκείνη τη στιγμή εντός των διαμερισμάτων τους, για ορισμένους μεν από αυτούς λόγω ασφυξίας εξαιτίας της καταπλάκωσης τους από τα οικοδομικά υλικά και της παραμονής τους επί μακρό χρονικό διάστημα στην κατάσταση αυτή και της συνακόλουθης αδυναμίας απεγκλωβισμού τους, ενώ για τους λοιπούς ο θάνατος επήλθε συνεπεία των σωματικών κακώσεων που υπέστησαν από την παραπάνω αιτία. 5. Με αφορμή την ολοσχερή κατάρρευση της ως άνω πολυκατοικίας και κατόπιν σχετικής εντολής της αρμόδιας υπηρεσίας του Υπουργείου ΠΕΧΩΔΕ διενεργήθηκε λεπτομερής έλεγχος εφαρμογής τής κείμενης νομοθεσίας κατά την ανέγερση της και έρευνα για τα αίτια της κατάρρευσης της από αρμόδιους υπαλλήλους του Υπουργείου αυτού, οι οποίοι συνέταξαν την από Μάρτιο 2001 έκθεση πορίσματος, σύμφωνα με την οποία η κατάρρευση της οικοδομής οφείλεται βασικά στις αμέσως κατωτέρω πράξεις και παραλείψεις του μελετητή και επιβλέποντος πολιτικού μηχανικού έκτου εναγομένου καθώς επίσης και του κατασκευαστή του σκελετού αυτής πέμπτου εναγομένου, οι οποίες ήταν αντίθετες προς τους ισχύοντες κανονισμούς και αναγνωρισμένους τεχνικούς κανόνες. Ειδικότερα: … Οι πιο πάνω αντίθετες προς τους κανονισμούς και τους κανόνες της τεχνικής πράξεις και παραλείψεις κατά τη μελέτη και κατασκευή του φέροντος οργανισμού της οικοδομής δημιουργούσαν σημαντικό πρόβλημα στατικής επάρκειας και ασφάλειας αυτής και αδυναμίας αντοχής της και σε σεισμούς μικρότερου μεγέθους από εκείνο του σεισμού της 7.9.1999, με αποτέλεσμα την άμεση-απότομη κατάρρευση της και τον εντεύθεν θάνατο και τραυματισμό των προαναφερομένων ενοίκων. Ο αντίθετος ισχυρισμός του έκτου εναγομένου (πρώτος λόγος έφεσης) για έλλειψη κακοτεχνιών κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος δεν μπορεί να θεμελιωθεί ανώτερη βία (λόγω του μεγέθους του σεισμού και του επιφανειακού του χαρακτήρα) εξαιτίας της ελαττωματικότητας της κατασκευής που συνέβαλε κατά κύριο λόγο στην πτώση του κτιρίου. 6. Από την ίδια έκθεση πορίσματος του Υπουργείου ΠΕΧΩΔΕ προκύπτει ότι με βάση τα στοιχεία της ΥΑΣ/ΓΓΔΕ κατά τον σεισμό του έτους 1981 δεν φαίνεται να είχαν υπάρξει προβλήματα (και μάλιστα έντονα – "προειδοποιητικά") ή οποιαδήποτε ζημία στην επίμαχη πολυκατοικία. Κατά πληροφορίες εκ μέρους των ιδιοτήτων, είχαν παρουσιαστεί βλάβες, όμως από την αρμόδια Επιτροπή του πιο πάνω Υπουργείου, όπως σημειώνεται στην εν λόγω έκθεση πορίσματος, δεν ανευρέθηκαν σχετικά στοιχεία ή ενδείξεις. Τα αντίθετα που υποστηρίζει ο πέμπτος (στον έβδομο λόγο έφεσης) και ο έκτος (στον έκτο λόγο έφεσης περί αποκλειστικής υπαιτιότητας άλλως συνυπαιτιότητας των ενάγοντων για επισκευή που δεν έγινε από τον σεισμό του 1981) των εναγομένων κρίνονται απορριπτέα ως αβάσιμα. Β. πραγματικά και νομικά δεδομένα υπόθεσης. Η ολοκληρωτική κατάρρευση της ως άνω πολυκατοικίας στο Δήμο … (επί της οδού …) οφείλεται σωρευτικά αφενός στην κατασκευή της κατά τρόπο αντίθετο προς τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης καθώς και προς τους κανονισμούς και τους κανόνες της τεχνικής, αφετέρου στις πράξεις και παραλείψεις του έκτου και πέμπτου των εναγομένων κατά τη μελέτη και την κατασκευή του φέροντος οργανισμού της, που δημιούργησαν σημαντικό πρόβλημα στατικής επάρκειας, ασφάλειάς της και αδυναμίας αντοχής της σε σεισμούς ακόμη και μικρότερου μεγέθους από εκείνον της 7.9.1999. Αν είχαν τηρηθεί οι ως άνω κοινώς αναγνωρισμένοι τεχνικοί κανόνες σε όλα τα στάδια κατασκευής της επίδικης πολυκατοικίας, αυτή θα μπορούσε να αντισταθεί στη δράση του σεισμού και στην κατάρρευση, όπως αντέδρασαν αποτελεσματικά εκατοντάδες άλλες οικοδομές στην ίδια περιοχή. Η συμμετοχή του έκτου εναγομένου, που έχει την ιδιότητα του πολιτικού μηχανικού, στην οικοδόμηση του καταρρεύσαντος κτιρίου συνίσταται στην εκπόνηση της αρχιτεκτονικής και στατικής μελέτης, στη κατασκευή των κτισμάτων και στην επίβλεψη της. Όμως, η μελέτη και η πραγματική κατασκευή του κτιρίου παρουσίαζαν διάφορα προβλήματα και παρεκκλίσεις ως προς επιμέρους διατάξεις των Κανονισμών {του Κανονισμού-Οικοδομικών Έργων (ΦΕΚ 160/1954) και του Αντισεισμικού Κανονισμού Οικοδομικών Έργων (ΦΕΚ 36/1959)}, όπως αναφέρονται στις περιπτώσεις 5α, β και γ. Ο έκτος εναγόμενος, μολονότι είχε γνώση των ανωτέρω παρεκκλίσεων και κακοτεχνιών της οικοδομής και της ενδεχόμενης κατάρρευσης της από τις αιτίες αυτές, σε περίπτωση που θα εκδηλωνόταν σεισμός ακόμη μικρότερης έντασης από αυτόν της 7.9.1999, εν τούτοις ενέμεινε στην πλημμελή, ελαττωματική και αντίθετη προς τους παραπάνω Κανονισμούς κατασκευή και στη μη άρση της, ελπίζοντας ότι θα, αποφευχθεί η κατάρρευση της οικοδομής. Ακολούθως, η συμμετοχή του πέμπτου εναγομένου, που έχει την ιδιότητα του τεχνίτη εργολάβου, στην ανέγερση της επίδικης πολυκατοικίας συνίσταται στην κατασκευή του σκελετού της οικοδομής με οπλισμένο σκυρόδεμα. Ωστόσο, προέβη στα κατασκευαστικά ελαττώματα, που αναφέρονται στις περιπτώσεις 5δ, ε και στ, δηλαδή δεν μερίμνησε για την επάρκεια των συνδετήρων σε μεγάλα υποστυλώματα και δοκούς καθώς και στους κόμβους, δεν εφάρμοσε τους αντισεισμικούς οπλισμούς στις περιμετρικές δοκούς σύμφωνα με τη μελέτη και την άδεια, χρησιμοποίησε χάλυβα χαμηλής αντοχής και δεν φρόντισε για την επάρκεια επικάλυψης με σκυρόδεμα του σιδηροπλισμού των υποστυλωμάτων της Pilotis και επήλθε οξείδωση και μείωση αντοχής του οπλισμού αυτού. Ο πέμπτος εναγόμενος, μολονότι είχε γνώση ότι συνεπεία των κατασκευαστικών ελλείψεων η στατική αντοχή της οικοδομής ήταν μειωμένη και ότι σε περίπτωση εκδήλωσης σεισμού –έστω και μέτριας έντασης– ήταν δυνατή η κατάρρευση όλου του κτιρίου και η συνακόλουθη θανάτωση ή οι σωματικές βλάβες των χρηστών του, εν τούτοις παρείδε τον κίνδυνο αυτόν και προέβη στην αντίθετη προς τους τεχνικούς κανόνες κατασκευή του φέροντος οργανισμού της οικοδομής, ελπίζοντας ότι θα αποφευχθεί η κατάρρευση της οικοδομής. Ο ισχυρισμός του πέμπτου εναγομένου (στον πρώτο λόγο) έφεσης περ. α’ και στον όγδοο ότι δεν ήταν εργολάβος, όπως στην ανέγερση με το σύστημα της αντιπαροχής,, αλλά ορισμένων εργασιών) προβάλλεται αλυσιτελώς, αφού ευθύνεται στη συγκεκριμένη περίπτωση ως τεχνίτης εργολάβος του μπετόν και όχι ως εργολάβος όλης της οικοδομής. Αφενός από τις ανωτέρω κακοτεχνίες, τεχνικές αστοχίες και κατασκευαστικές ελλείψεις των δύο αυτών εναγομένων (έκτου και πέμπτου) στην ανέγερση της πολυκατοικίας, αφετέρου λόγω της πιο πάνω ιδιότητας τους ως μελετητή και επιβλέποντος μηχανικού τής οικοδομής και κατασκευαστή του σκελετού αυτής αντίστοιχα, ιδρύθηκε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση των εν λόγω εναγομένων να καταβάλουν ιδιάζουσα μέριμνα για τη διαφύλαξη των αγαθών που είχαν εκτεθεί σε κίνδυνο. λαμβάνοντας μέτρα αποτροπής τους, με την αποκατάσταση των κακοτεχνιών και την ενίσχυση του φέροντος, οργανισμού του κτιρίου. Η εν λόγω υποχρέωση εκτεινόταν χρονικώς από την παράδοση του έργου και εξακολούθησε όσο χρόνο υπήρχε ο κίνδυνος, ήτοι μέχρι την πραγματοποίηση του την 7.9.1999. Είχαν δε σχετική προς τούτο δυνατότητα, αφού εξακολουθούσαν να έχουν ο καθένας την πιο πάνω ιδιότητα και να εργάζονται στην περιοχή της Αττικής Τα αντίθετα που υποστηρίζει ο πέμπτος εναγόμενος (στον τρίτο, τέταρτο, πέμπτο και έκτο λόγο έφεσης) και ο έκτος εναγόμενος (στον δεύτερο και πέμπτο-λόγο έφεσης) κρίνονται απορριπτέα ως αβάσιμα. Υπό τα ανωτέρω περιστατικά και δεδομένα συνάγονται τα εξής: α. Η ολοσχερής κατάρρευση της παραπάνω πολυκατοικίας και η συνακόλουθη θανάτωση, πρόκληση σωματικών βλαβών σε ορισμένους χρήστες της, αλλά και οι ζημίες στις οριζόντιες ιδιοκτησίες και σε αυτοκίνητα οφείλεται σε υπαιτιότητα (βαριά αμέλεια) του έκτου και πέμπτου των εναγομένων οι οποίοι, αφενός μεν προέβησαν στην ελαττωματική της κατασκευή, αφετέρου δε παρέλειψαν, παρά την προς τούτο νομική τους υποχρέωση και δυνατότητα, να αποκαταστήσουν και συμπληρώσουν τις εν λόγω τεχνικές αστοχίες και ελλείψεις της οικοδομής. β. Οι λοιποί εναγόμενοι δεν υπέχουν οποιαδήποτε ευθύνη για την κατάρρευση της ως άνω οικοδομής και των δυσμενών συνεπειών της. Ειδικότερα: Ναι μεν η επίδικη πολυκατοικία δεν ανεγέρθηκε με το σύστημα της αντιπαροχής και στην υπ’ αριθ. …/22.2.1980 Πράξη Σύστασης Οριζόντιας Ιδιοκτησίας του Συμβ/φου Αθηνών Ι.Κ., που νόμιμα μεταγράφηκε, οι πρώτος, δεύτερη και τέταρτη των εναγομένων οικοπεδούχοι, φέρονται ως κατασκευαστές, πλην όμως πρόκειται για τυπική και όχι ουσιαστική αναφορά επειδή: αα. Οι εν λόγω εναγόμενοι δεν διέθεσαν τις απαραίτητες τεχνικές γνώσεις ή την εμπειρία εργολάβου κατασκευαστή ή τεχνίτη ή μηχανικού ή αρχιτέκτονα ούτε είχαν αναπτύξει οποιαδήποτε οικοδομική δραστηριότητα (η δεύτερη και η τέταρτη ήταν οικοκυρές και ο πρώτος επιχειρηματίας). ββ. Οι ίδιοι εναγόμενοι δεν επέβλεπαν ούτε επιστατούσαν στην οικοδόμηση της καταρρεύσασας πολυκατοικίας ούτε ο έκτος και πέμπτος των εναγομένων υπόκεινταν στον έλεγχο ή έστω στις γενικές οδηγίες και εντολές των οικοπεδούχων εναγομένων, αφού οι τελευταίοι στερούνταν οποιασδήποτε ειδικής γνώσης ή τεχνικής εμπειρίας, συνακόλουθα δε δεν υπήρχε μεταξύ τους σχέση πρόστησης, όπως αβασίμως υποστηρίζουν οι ενάγοντες. γγ. Επιπλέον, δεν είχαν οποιαδήποτε συμμετοχή ούτε εν τοις πράγμασι αναμείχθηκαν με οποιονδήποτε τρόπο σε οποιοδήποτε στάδιο ανέγερσης της, ήτοι από την εκπόνηση της μελέτης και την κατασκευή μέχρι την αποπεράτωση της. Ο τρίτος εναγόμενος είναι σύζυγος της τετάρτης εναγομένης και μέχρι το έτος 1989 (δέκα έτη μετά την ανέγερση της επίμαχης οικοδομής δραστηριοποιήθηκε στις οικοδομικές επιχειρήσεις) ασχολούνταν με εμπόριο λαδιών και αφενός δεν είχε ειδικές γνώσεις ή τεχνική εμπειρία για κατασκευή πολυκατοικιών, αφετέρου δεν συμμετείχε ούτε είχε ανάμειξη σε οποιοδήποτε στάδιο κατασκευής της εν λόγω οικοδομής. Ο αντίθετος ισχυρισμός του πέμπτου εναγομένου (πρώτος λόγος έφεσης περ. β΄) ότι οι εναγόμενοι ήταν κατασκευαστές της επίδικης οικοδομής κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος. Επιπλέον, κρίνονται απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι αντίθετοι ισχυρισμοί των εναγόντων {πρώτος, δεύτερος (περί εσφαλμένης αξιολόγησης της ευθύνης των τεσσάρων πρώτων εναγομένων κατ’ άρθρο 914 ΑΚ, περί παράλειψης ενημέρωσης τους περί κακοτεχνιών, αντίστοιχα), τέταρτος (περί σχέσης πρόστησης μεταξύ των τεσσάρων πρώτων εναγομένων και των πέμπτου και έκτου των εναγομένων) λόγος έφεσης}. Από το ίδιο αποδεικτικό υλικό δεν προέκυψε ότι οι πρώτος, δεύτερη και τέταρτη των εναγομένων, κατά την πώληση των οριζοντίων ιδιοκτησιών της εν λόγω πολυκατοικίας στους ενάγοντες αγοραστές απέκρυψαν δολίως από τους τελευταίους ότι i) αυτή είχε πλειάδα κακοτεχνιών, ii) κατά τους σεισμούς του 1981 είχε υποστεί εκτεταμένες ζημιές, που δεν επισκευάσθηκαν, τους διαβεβαίωσαν δε ψευδώς περί μη ύπαρξης κακοτεχνιών και περί μη κατασκευαστικών ελλείψεων της επίμαχης πολυκατοικίας, με επακόλουθο αυτοί (ενάγοντες) να εξαπατηθούν. Τα αντίθετα που υποστηρίζουν οι ενάγοντες (στον τρίτο λόγο έφεσης) κρίνονται απορριπτέα ως αβάσιμα. Επομένως, η αγωγή ως προς τους τέσσερις πρώτους εναγόμενους κρίνεται απορριπτέα ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη. Κατά τον προρρηθέντα σεισμό της 7 Σεπτεμβρίου 1999, η ως άνω πολυκατοικία κατέρρευσε ολοκληρωτικά, με επακόλουθα, να ανασυρθούν από τα συντρίμμια της, αφού βρήκαν τραγικό θάνατο δέκα έξι άτομα που έκαναν χρήση των οριζόντιων ιδιοκτησιών να υποστούν σωματικές βλάβες δώδεκα, ενώ καταστράφηκαν ολοσχερώς οι ως άνω ιδιοκτησίες με τον υπάρχοντα σε αυτές οικιακό εξοπλισμό. Ειδικότερα: (ακολουθούν οι παραδοχές για τα επιζήμια από τη κατάρρευση της οικοδομής αποτελέσματα)». Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο και κατά το μέρος που ενδιαφέρει εδώ απέρριψε την έφεση του έκτου εναγομένου Δ.Κ. κατά της πρωτόδικης απόφασης με την οποία είχε γίνει δεκτή κατά ένα μέρος η αγωγή και είχαν επιδικαστεί στους ενάγοντες τα εις αυτή αναφερόμενα ποσά. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφαση του νόμιμης βάσης καθόσον διέλαβε σ’ αυτή σαφείς πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου. Ειδικότερα με τα δεκτά γενόμενα σε σχέση με τον εναγόμενο αυτόν ως άνω πραγματικά περιστατικά στηρίζεται πλήρως το διατακτικό της και καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή του άρθρου 15 ΠΚ ως προς την συνδρομή της διαγνωσθείσας βαρειάς αμέλειας αναιρεσείοντος μηχανικού και δεν ήταν ανάγκη για την πληρότητα του αιτιολογικού της, να παρατεθούν και τα συγκεκριμένα μέτρα που o αναιρεσείων μπορούσε να λάβει και δεν έλαβε για την αποτροπή του κινδύνου ενόψει του ότι σύμφωνα και με τα εκτεθέντα στη μείζονα πρόταση η παρεμπόδιση του αποτελέσματος στη συγκεκριμένη περίπτωση λογίζεται και είναι πάντοτε δυνατή. Κατ’ ακολουθίαν ο πρώτος λόγος της αναίρεσης από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 με τον οποίο υποστηρίζονται τα’ αντίθετα είναι αβάσιμος, ενώ κατά το μέρος του με το οποίο ισχυρίζεται ο αναιρεσείων ότι ουδεμία δυνατότητα είχε για την κρίσιμη επιδιόρθωση των πραγμάτων είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος γιατί υπό το πρόσχημα τούτο παραβιάζεται η διάταξη του άρθρου 561 § 1 ΚΠολΔ και η αντίθετη ουσιαστική κρίση του ουσιαστικού Δικαστηρίου, που είναι πλήρης σαφής και αιτιολογημένη με τις παραδοχές ότι «ο αναιρεσείων μολονότι είχε εξ υπαρχής γνώση όλων των προαναφερθεισών παραλείψεων και κακοτεχνιών της οικοδομής και της ενδεχόμενης κατάρρευσής της, ενέμεινε στην πλημμελή κατασκευή και στη μη άρση της ελπίζοντας ότι θα αποφευχθεί η κατάρρευση της οικοδομής και παρέλειψε παρά την προς τούτο νομική του υποχρέωση και δυνατότητα να αποκαταστήσει και συμπληρώσει τις εν λόγω τεχνικές ελλείψεις και κακοτεχνίες».

Κατά τη διάταξη του πρώτου εδαφίου του άρθρου 937 ΑΚ: «η απαίτηση από αδικοπραξία παραγράφεται μετά πενταετία, αφότου ο παθών έμαθε τη ζημία και τον υπόχρεο σε αποζημίωση, σε κάθε όμως περίπτωση η απαίτηση παραγράφεται μετά την πάροδο είκοσι ετών από την πράξη». Εξάλλου, το άρθρο 286 ΠΚ, όπως είχε πριν την αντικατάσταση του με το άρθρο 20 § 5α’ του ν. 2331/1995, όριζε ότι: «όποιος κατά τη διεύθυνση η την εκτέλεση οικοδομικού ή άλλου ανάλογου έργου ή μιας κατεδάφισης με πρόθεση ή από αμέλεια ενεργεί παρά τους κοινώς αναγνωρισμένους τεχνικούς κανόνες και έτσι προξενεί κίνδυνο για τη ζωή ή την υγεία ανθρώπου τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών». Το έγκλημα αυτό είναι στιγμιαίο συγκεκριμένης διακινδυνεύσεως και ουσιαστικό. Τούτο σημαίνει ότι η αντικειμενική του υπόσταση περιλαμβάνει αφενός μεν ορισμένη ενέργεια και αφετέρου ορισμένο αποτέλεσμα, το οποίο ενόψει της φύσεως του εγκλήματος ως συγκεκριμένης διακινδυνεύσεως, είναι η πρόκληση κινδύνου για τη ζωή ή την υγεία του ανθρώπου και όχι η πραγματοποίησή του. Η τελευταία κείται εκτός της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος του άρθρου 286 ΠΚ, yι’ αυτό αν ο κίνδυνος για τη ζωή ή την υγεία ανθρώπου που προκλήθηκε από αυτό πραγματωθεί, τότε τελείται το οικείο έγκλημα βλάβης με τη μορφή της ανθρωποκτονίας ή της σωματικής βλάβης. Τα εγκλήματα όμως βλάβης απορροφούν τα εγκλήματα συγκεκριμένης διακινδυνεύσεως του ίδιου έννομου αγαθού. Συνεπώς, αν από την κατάρρευση μιας πλημμελώς κατασκευασθείσης οικοδομής επέλθει ο θάνατος ή η σωματική βλάβη προσώπου, ο κατασκευαστής αυτής υπέχει ευθύνη μόνο για ανθρωποκτονία ή σωματική βλάβη αντιστοίχως, η οποία τελείται όχι με θετική πράξη, τουτέστιν με την εκτέλεση του οικοδομικού έργου κατά παράβαση των κοινώς αναγνωρισμένων τεχνικών κανόνων αλλά με την παράλειψη αποτροπής του κινδύνου που προκλήθηκε από αυτό. Έτσι, μεταξύ των εγκλημάτων της παραβιάσεως των κανόνων της οικοδομικής και της ανθρωποκτονίας που συντελείται με τον ανωτέρω τρόπο υπάρχει φαινόμενη συρροή, όπου η ανθρωποκτονία απορροφά το έγκλημα του άρθρου 286 και το καθιστά μη τιμωρητή προτέρα πράξη. Τέλος, από το άρθρο 17 ΠΚ προκύπτει ότι χρόνος τελέσεως των εγκλημάτων παραλείψεως είναι εκείνος κατά τον οποίο ο υπαίτιος όφειλε να ενεργήσει (ΟλΑΠ 11/2005). Στη συγκεκριμένη δε περίπτωση ο χρόνος αυτός είναι το διάστημα που αρχίζει από την παράδοση του κτιρίου που κατασκευάσθηκε κατά παράβαση των κανόνων της οικοδομής και τελειώνει στο χρονικό σημείο που αυτό κατέρρευσε, ήτοι στις 7.9.1999. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο την από τον εναγόμενο προβληθείσα από το άρθρο 937 ΑΚ ένσταση παραγραφής των ένδικων αξιώσεων υπό τα επικαλούμενα πραγματικά περιστατικά ότι από το χρόνο παράδοσης της οικοδομής (1980) από το χρόνο της γνώσης των ζημιών εκ μέρους των εναγόντων (1981) παρήλθε μέχρι την άσκηση της αγωγής όχι μόνο πενταετία αλλά και εικοσαετία, έκρινε μη νόμιμη διότι από το φερόμενο χρόνο της κατάρρευσης της οικοδομής (7.9.1999) μέχρι τον οποίο και όφειλε ο εναγόμενος να ενεργήσει που αποτελεί και την έναρξη της παραγραφής μέχρι και το χρόνο της άσκησης της αγωγής (2004) δεν συμπληρώθηκε ο χρόνος της παραγραφής (πενταετία ούτε εικοσαετία). Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις διατάξεις του άρθρου 937 ΑΚ ούτε και άλλες και έτσι δεν υπέπεσε στη πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ καθόσον στη προκειμένη περίπτωση που η ζημιογόνος ενέργεια τελείται όχι με θετική πράξη δηλαδή με την εκτέλεση του οικοδομικού έργου, κατά παράβαση των κοινώς αναγνωρισμένων τεχνικών κανόνων, αλλά με την παράλειψη της αποτροπής του κινδύνου που προκλήθηκε από αυτό, ο χρόνος τελέσεως αυτής είναι σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα πρόταση, εκείνος κατά τον οποίο ο υπαίτιος όφειλε να ενεργήσει και που στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι το διάστημα που αρχίζει από την παράδοση της οικοδομής που κατασκευάσθηκε κατά παράβαση των κανόνων της οικοδομικής και τελειώνει στο χρονικό σημείο που αυτό κατέρρευσε, ήτοι στις 7.9.1999. Κατ’ ακολουθίαν ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος κατά το μέρος που προβάλλεται η αιτίαση της παραβίασης του άρθρου 937 ΑΚ καθ’ ο μέρος το Εφετείο δεν δέχθηκε τη ένσταση εικοσαετούς παραγραφής κατά το σκέλος που η αδικοπρακτική συμπεριφορά του συνίσταται στη θετική ενέργεια της κακότεχνης ανοικοδόμησης είναι απαράδεκτος ως αλυσιτελής διότι η ζημιογόνος συμπεριφορά στη προκειμένη περίπτωση όπως προεκτέθηκε είναι η παράλειψη αποτροπής του κινδύνου και όχι η θετική πράξη της κακότεχνης ανοικοδόμησης η οποία αποτελεί την αιτία της δημιουργίας της ιδιαίτερης νομικής υποχρέωσης για την αποτροπή του κινδύνου…

Κατά τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298 και 330 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι προϋποθέσεις της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι α) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), β) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, γ) υπαιτιότητα και δ) πρόσφορος αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς και αποτελέσματος (ζημίας). Στην έννοια της κατά το άρθρο 914 ΑΚ υπαιτιότητας περιλαμβάνεται ο δόλος και η αμέλεια του παρανόμως πράξαντος ή παραλείψαντος. Εφόσον γίνεται επίκληση υπαίτιας συμπεριφοράς, με το χαρακτηρισμό είτε του δόλου είτε της αμέλειάς επικουρικά στον ειδικότερο προσδιορισμό αυτής (της υπαιτιότητας) προβαίνει το δικαστήριο στη συγκεκριμένη περίπτωση από την εκτίμηση των αποδείξεων, χωρίς εντεύθεν να επέρχεται μεταβολή της αγωγής. Εξάλλου, κατά την έννοια της ίδιας πιο πάνω διάταξης ερμηνευόμενης ενόψει και του άρθρου 27 του Ποινικού Κώδικα δόλος συντρέχει όχι μόνο όταν ο δράστης επιδιώκει την πρόκληση ζημίας σε άλλον αλλά και όταν, χωρίς να την αποσκοπεί, προβλέπει και αποδέχεται την επέλευση της ζημίας αυτής, είτε ως αναγκαία, είτε ως ενδεχόμενη συνέπεια της παράνομης συμπεριφοράς του. Αμέλεια υπάρχει, κατά την έννοια του άρθρου 330 ΑΚ, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια, που απαιτείται στις συναλλαγές, αυτή δηλαδή που πρέπει να καταβάλλεται κατά τη συναλλακτική πίστη από το δράστη στον κύκλο της αρμοδιότητας του, είτε υπάρχει προς τούτο σαφές νομικό καθήκον, είτε όχι αρκεί να συμπεριφέρθηκε κατά τρόπο αντίθετο από εκείνον, που επιβάλλεται από τις περιστάσεις. Από τη διάταξη του άρθρου 298 εδ. β΄ ΑΚ εξάλλου προκύπτει ότι η απαραίτητη για τη θεμελίωση της αξίωσης αποζημίωσης αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της προκληθείσας ζημίας υπάρχει, όταν η ανωτέρω συμπεριφορά (από δόλο ή αμέλεια), κατά την κοινή και τη συνήθη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις κατατείνει αντικειμενικά στην παραγωγή της ζημίας (ΑΠ 183/2009, ΑΠ 299/2007). Στη προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής προκύπτει ότι η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά που αποδόθηκε στον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα συνίστατο κατά τα εις αυτή κατά τρόπο αρκούντως επαρκή εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά τόσο σε από δόλο (ενδεχόμενο) θετική ενέργεια όσο και σε παράλειψη αποτροπής του κινδύνου που δημιουργήθηκε από αυτή παρά την προς τούτο ιδιαίτερη νομική υποχρέωση του Έτσι το Εφετείο που με βάση την εκτίμηση των αποδείξεων και τα προκύψαντα από τις αποδείξεις ως άνω πραγματικά περιστατικά προέβη στον ειδικότερο προσδιορισμό της υπαιτιότητας σε βαρειά αμέλεια δεν προέβη ανεπίτρεπτη μεταβολή της βάσης της αγωγής λαμβάνοντας υπόψη πράγματα μη προταθέντα ούτε παρέλειψε πάρα το νόμο να απορρίψει ως αόριστη την αγωγή και έτσι δεν υπέπεσε στις πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 8 αλλά ούτε και του αριθ. 14 γι’ αυτό και οι αντίστοιχοι λόγοι της αναίρεσης τέταρτος και, πέμπτος είναι αβάσιμοι.

Τελευταία Ενημέρωση (Σάββατο, 22 Αυγούστου 2015 16:53)